Ενενήντα χρόνια από την δολοφονία του Τζιάκομο Ματεότι, του άνθρωπου που τα έβαλε με τον Μουσολίνι

Στα περίχωρα της Ρώμης, "Ομάδα Κρούσης" του Φασιστικού Κόμματος δολοφονεί άγρια τον σοσιαλιστή βουλευτή Τζιάκομο Ματεότι. Ήταν αυτός που πριν από λίγες μέρες είχε αποκαλύψει από το βήμα της Βουλής την ανάμειξη του Μουσολίνι σε οικονομικά σκάνδαλα. Κάτι που φυσικά δεν άρεσε στον Ιταλό δικτάτορα.

Ο Ματεότι προερχόταν από πλούσια αστική οικογένεια και σπούδασε νομική στο πανεπιστήμιο της Μπολόνια, ενώ συνέχισε τις σπουδές του ειδικευόμενος στο ποινικό δίκαιο.

Ωστόσο δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα του δικηγόρου. Σε ηλικία 14 ετών προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα της χώρας του και σύντομα αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο εξέχοντα μέλη του. Υπήρξε τακτικός συνεργάτης των σοσιαλιστικών εφημερίδων της εποχής του και το 1922 ανέλαβε τη γενική γραμματεία του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Ο άνθρωπος που πήγε κόντρα στον Μουσολίνι

Γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1885 στη Φράτα Πολεσίνε της περιοχής Ροβίρο του Βένετο. Γόνος πλούσιας οικογένειας σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και από νωρίς αναμίχθηκε με την πολιτική εντασσόμενος στο Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα.

Όταν δολοφονήθηκε, ο Ματεότι ήταν εν ενεργεία γραμματέας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος που γεννήθηκε από την πολλοστή διάσπαση των σοσιαλιστών τον Οκτώβριο του 1922.

Μόλις ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Ματεότι αντιτάχθηκε στην είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο με συνέπεια να συλληφθεί και να κρατηθεί για κάποιο διάστημα στη Σικελία. Μετά τη λήξη του πολέμου εξελέγη τρεις φορές βουλευτής (1919, 1921 και 1924).

Στην ιταλική πολιτική σκηνή της περιόδου εκείνης ο Ματεότι παραμένοντας οπαδός του μετριοπαθή και ρεφορμιστή σοσιαλιστή Φιλίππο Τουράτι, μετά τη διάσπαση που είχε επέλθει στο κόμμα κατάφερε σε ηλικία 49 ετών να γίνει ηγέτης του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος και ουσιαστικά της αντιπολίτευσης του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος στο Ιταλικό Κοινοβούλιο.

Υπήρξε εξ αρχής ιδιαίτερα μαχητικός ενάντια του φασισμού όταν από το 1921 άρχισε να καταγγέλλει την ασκηθείσα βία εκδίδοντας παράλληλα και διανέμοντας σχετικό φυλλάδιο με τίτλο "Inchiesta Socialista sulle Gesta dei fascisti" στην Ιταλία (Σοσιαλιστική έρευνα για τις πράξεις των φασιστών στην Ιταλία).

Μάλιστα για το φυλλάδιο αυτό στις 12 Μαρτίου του 1921 δέχθηκε επίθεση από ένοπλους φασίστες γαιοκτήμονες του Καστελγκουλιέλμο (Ροβίγκο) που αξίωναν να αποκηρύξει τα όσα κατάγγειλε και να τους δηλώσει ότι θα εγκατέλειπε την Πολεσίνε.

Όταν τότε τους απήντησε:

"Μία δήλωση σας κάνω, ότι δεν κάνω δηλώσεις" αφού τον ξυλοκόπησαν, στη συνέχεια, βάζοντάς τον σ΄ ένα φορτηγό τον περιέφεραν στον κάμπο με την κάννη πιστολιού στον κρόταφο ζητώντας υπόσχεση αυτών που του ζητούσαν, διαφορετικά θα τον σκότωναν. Τελικά βλέποντας την αδιάλλακτη στάση του και την προσπάθειά τους να μη καρποφορεί τον πέταξαν από το φορτηγό στο δρόμο.

Κατά τις ιταλικές βουλευτικές εκλογές που είχαν διεξαχθεί στις 6 Απριλίου του 1924 το φασιστικό κόμμα έλαβε 4.300.000 ψήφους, συγκεντρώνοντας περί το 66% των ψήφων, κερδίζοντας 356 βουλευτικές έδρες όπου και ανέλαβε κυβέρνηση, (η αντιπολίτευση κέρδισε συνολικά μόνο 179 έδρες).

Η τελευταία του ομιλία

Στις 30 Μαΐου του 1924, συνεχιζόμενων των ομιλιών ανέβηκε στο Βήμα ο γενικός γραμματέας του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος Τζ. Ματεότι εξαπολύοντας δριμύτατες καταγγελίες, χαρακτηρίζοντας τις εκλογές "βίας και νοθείας". Με τα ακαταμάχητα και πολυπληθή στοιχεία που διέθετε, πολλά εκ των οποίων αφορούσαν και οικονομικά σκάνδαλα, απειλούσε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να τινάξει στον αέρα τη γνησιότητα της εκλογικής ετυμηγορίας, σημειώνοντας στο λόγο του μεταξύ άλλων "...κανείς ψηφοφόρος δεν ήταν ελεύθερος, ...υπάρχει μια ένοπλη μιλίτσια με αποκλειστικό προορισμό να υποστηρίξει τον αρχηγό του φασισμού...".

Η καταγγελία και πρόταση του Ματεότι πράγματι εκνεύρισε τον Μουσολίνι όταν έβλεπε να τινάζεται στον αέρα μια τεράστια πολύμηνη προσπάθεια που είχε καταβάλει προκειμένου να εξασφαλίσει την υποστήριξη των σοσιαλιστών όσο και των μετριοπαθών συνδικαλιστών. Παραμένει όμως αμφίβολο αν πράγματι κάτω από εκείνες τις συνθήκες ο Ματεότι πίστευε ότι θα μπορούσε να πετύχει το στόχο του ανατρέποντας μια εκλογή που μόνο οριακή που δεν ήταν.

Όπως σημειώνει και ο Ντε Φελίτσε "ο τελευταίος λόγος του Ματεότι είχε διπλό στόχο, πρώτον να βάλλει εναντίον της κυβέρνησης και δεύτερον κατά των "κουΐσλιγκς" του φασιστικού κόμματος και της Γενικής Εργατικής Συνομοσπονδίας". Τελικά η πρόταση του Ματεότι απορρίφθηκε από τη Βουλή με 285 ψήφους κατά, 57 υπέρ και 42 αποχές.

Τον Ιούνιο του 1924, μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Εκθέτοντας τους Fascisti: Ένα έτος φασιστικής κυριαρχίας (The Fascisti Exposed: A Year of Fascist Domination) και δύο σκληρούς και μακρούς λόγους του στη ιταλική Βουλή καταγγέλλοντας τον φασισμό και συγκεκριμένα στις 10 Ιουνίου 1924, απήχθη και χάθηκαν τα ίχνη του.

Μετά από συνεχείς και εκτεταμένες έρευνες βρέθηκε το πτώμα του στις 16 Ιουνίου, κοντά στο Ριάνο, 20 χλμ από τη Ρώμη, το οποίο έφερε πολλαπλά τραύματα από μαχαίρι.

Τελικά από τις αστυνομικές έρευνες της ανακάλυψης των δραστών εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν πέντε άνδρες, (οι: Amerigo Dumini - εξέχον μέλος της φασιστικής μυστικής αστυνομίας, Giuseppe Viola, Albino Volpi, Augusto Malacria και Amleto Poveromo), ενώ ένας έκτος (Filippo Panzeri) κατάφερε να διαφύγει. Στη δίκη που ακολούθησε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Γερουσίας καταδικάστηκαν οι τρεις, (Dumini, Volpi και Poveromo), ενώ κατηγορηθείς και ο απόστρατος Εμίλιο Ντε Μπόνο απηλλάγη του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια, με παρέμβαση του υπουργικού συμβουλίου, στους τρεις καταδικασθέντες απενεμήθη αμνηστία από τον Βασιλέα Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ της Ιταλίας.

Η δολοφονία και η κυριαρχία των φασιστών

Μετά τη λήξη του πολέμου, το 1947, ξανάνοιξε ο φάκελλος και επαναλήφθηκε δίκη όπου οι τρεις αμνηστευθέντες καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Απ΄ όλη την ακροαματική διαδικασία και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο πουθενά δεν αποδείχθηκε συμμετοχή του Μουσολίνι παρά τις έντονες συζητήσεις που είχαν προηγηθεί.

Η δολοφονία του προκάλεσε ισχυρές διεθνείς αντιδράσεις καθώς και εσωτερική πολιτική κρίση και ανασχηματισμό της φασιστικής κυβέρνησης της Ιταλίας

Η δολοφονία του, είναι γεγονός ότι προκάλεσε έντονη δυσφορία και ανησυχία με ευρύτατες επικρίσεις κατά του φασισμού, ενώ μια γενική απεργία που απειλήθηκε, σε αντίδραση, δεν πραγματοποιήθηκε. Σημειώνεται ότι την εποχή ακόμα εκείνη ο φασισμός εκτός του εθνικοσοσιαλιστικού χαρακτήρα του δεν παρουσίαζε, τίποτα ιδιαίτερα επιλήψιμο, αντίθετα μάλλον ενθουσίαζε με συνέπεια να βρεθεί στην εξουσία, ανεξάρτητα της περιπέτειας που ενεπλάκη ο ιταλικός λαός στη συνέχεια εξ αιτίας του. Συνέπεια ακριβώς εκείνου του ενθουσιασμού ήταν ο Μουσολίνι λίγες ημέρες μετά να κερδίσει θετική ψήφο στη Βουλή μετά από μια εκτενή ομιλία του.

Έτσι 6 μήνες αργότερα στις 3 Ιανουαρίου του 1925, ο Μουσολίνι σε μια αποφασιστική αλλά και διάσημη ομιλία του, αποκρούοντας τις δημοσιογραφικές επιθέσεις σε βάρος του κινήματος του, κατέληγε "η Ιταλία χρειάζεται σταθερότητα και ο φασισμός θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα στην Ιταλία με οποιονδήποτε τρόπο κι αν απαιτηθεί". Ουσιαστικά από την ημερομηνία αυτή ξεκινά η φασιστική δικτατορία στην Ιταλία.

Παράλληλα στις εξελίξεις εκείνες και παρά τις ασκηθείσες πιέσεις της αντιπολίτευσης, ο Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ', (Βιττόριο Εμανουέλε ΙΙΙ), φέρεται να αρνήθηκε να απορρίψει τον Μουσολίνι, δεδομένου ότι η κυβέρνησή του υποστηριζόταν ήδη από μια μεγάλη πλειοψηφία της Βουλής των Αντιπροσώπων και σχεδόν από το σύνολο της Συγκλήτου του Βασιλείου. Επ΄ αυτού υπήρχε έντονος αλλά και έκδηλος ο φόβος, ένας εξαναγκασμός του Μουσολίνι σε παραίτηση να προκαλούσε πραξικόπημα, που τελικά να οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του στρατού και των Μελανοχιτώνων.

Το 1947 οι επιζώντες από τους δολοφόνους του καταδικάστηκαν αρχικά σε καταναγκαστικά έργα και αργότερα σε κάθειρξη τριάντα ετών. 

(Με πληροφορίες από: sansimera.gr, Wikipedia)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.